Εδάφια · Λουκάς 10:29

Τι σημαίνει το Λουκάς 10:29;

29Αλλ' εκείνος, θέλων να δικαιώση εαυτόν, είπε προς τον Ιησούν· Και τις είναι ο πλησίον μου;

Λουκάς 10:29 · Βάμβας 1850

Στο Λουκάς 10:29 ένας νομικός, ένας ειδικός στον νόμο, μόλις έχει συμφωνήσει ότι πρέπει να αγαπάει τον πλησίον του όπως τον εαυτό του. Μετά ρωτάει ποιος είναι ο πλησίον του. Θέλει ένα όριο, μια λίστα με το ποιος μετράει και ποιον μπορεί να προσπεράσει. Ο Ιησούς δεν του δίνει λίστα. Του λέει την ιστορία του καλού Σαμαρείτη.

Το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο το λέει στο κεφάλαιο 10. Ένας άνθρωπος σηκώθηκε για να δοκιμάσει τον Ιησού. Το ευαγγέλιο τον λέει νομικό, δηλαδή ειδικό στον νόμο του Μωυσή. Ρώτησε τι πρέπει να κάνει για να έχει αιώνια ζωή.

Ο Ιησούς τον ρώτησε τι λέει ο νόμος. Ο άνθρωπος απάντησε σωστά. Να αγαπάς τον Θεό με όλη σου την καρδιά, την ψυχή, τη δύναμη και τη διάνοια. Και να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Ο Ιησούς του είπε ότι είχε δίκιο, και ότι αν το έκανε αυτό θα ζούσε.

Η ερώτηση πίσω από την ερώτηση

Ο άνθρωπος δεν είχε τελειώσει.

Αλλ' εκείνος, θέλων να δικαιώση εαυτόν, είπε προς τον Ιησούν· Και τις είναι ο πλησίον μου;

Λουκάς 10:29 · Βάμβας 1850

Το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο μάς λέει γιατί ρώτησε. Ήθελε να δικαιώσει τον εαυτό του. Ήθελε ένα όριο. Ήθελε να ξέρει ποιους ανθρώπους κάλυπτε η εντολή, και ποιους μπορούσε να προσπεράσει χωρίς να την παραβεί.

Η απάντηση ήταν μια ιστορία

Ο Ιησούς δεν του τράβηξε τη γραμμή. Του είπε μια ιστορία για έναν άνθρωπο που τον χτύπησαν ληστές στον δρόμο που κατέβαινε από την Ιερουσαλήμ στην Ιεριχώ. Ένας ιερέας πέρασε από δίπλα. Ένας βοηθός του ναού πέρασε από δίπλα. Μετά ένας Σαμαρείτης σταμάτησε και τον έσωσε. Οι Σαμαρείτες ζούσαν στην περιοχή της Σαμάρειας, και οι άνθρωποι που άκουγαν τον Ιησού δεν τους εμπιστεύονταν.

Τι σημαίνει

Ο νομικός ρώτησε: «Ποιος μετράει;» Ο Ιησούς απάντησε με μια ιστορία όπου ο ξένος ήταν αυτός που αγάπησε. Δεν υπάρχει λίστα. Όλοι είναι ο πλησίον σου.

Αν σου είπαν ποτέ ότι κάποιοι άνθρωποι δεν μετράνε, ο Ιησούς δεν τράβηξε ποτέ αυτή τη γραμμή. Μπορείς να διαβάσεις ολόκληρη τη διδασκαλία δωρεάν στην εφαρμογή Mercy.

Διάβασε όλο το κεφάλαιο: Λουκάς 10

1Μετά δε ταύτα διώρισεν ο Κύριος και άλλους εβδομήκοντα, και απέστειλεν αυτούς ανά δύο έμπροσθεν αυτού εις πάσαν πόλιν και τόπον, όπου έμελλεν αυτός να υπάγη.

2Έλεγε λοιπόν προς αυτούς· Ο μεν θερισμός είναι πολύς, οι δε εργάται ολίγοι· παρακαλέσατε λοιπόν τον Κύριον του θερισμού να αποστείλη εργάτας εις τον θερισμόν αυτού.

3Υπάγετε· ιδού, εγώ σας αποστέλλω ως αρνία εν μέσω λύκων.

4Μη βαστάζετε βαλάντιον, μη σακκίον, μηδέ υποδήματα, και μηδένα χαιρετήσητε κατά την οδόν.

5Εις ήντινα δε οικίαν εισέρχησθε, πρώτον λέγετε· Ειρήνη εις τον οίκον τούτον.

6Και εάν μεν ήναι εκεί υιός ειρήνης, θέλει αναπαυθή επ' αυτόν η ειρήνη σας· ει δε μη, θέλει επιστρέψει εις εσάς.

7Εν αυτή δε τη οικία μένετε τρώγοντες και πίνοντες τα παρ' αυτών διδόμενα· διότι ο εργάτης είναι άξιος του μισθού αυτού· μη μεταβαίνετε εξ οικίας εις οικίαν.

8Και εις ήντινα πόλιν εισέρχησθε και σας δέχωνται, τρώγετε τα παρατιθέμενα εις εσάς,

9και θεραπεύετε τους εν αυτή ασθενείς και λέγετε προς αυτούς· Επλησίασεν εις εσάς η βασιλεία του Θεού.

10Εις ήντινα όμως πόλιν εισέρχησθε και δεν σας δέχωνται, εξελθόντες εις τας πλατείας αυτής, είπατε·

11Και τον κονιορτόν, όστις εκολλήθη εις ημάς εκ της πόλεώς σας, εκτινάσσομεν εις εσάς· πλην τούτο γινώσκετε, ότι επλησίασεν εις εσάς η βασιλεία του Θεού.

12Σας λέγω δε ότι εν τη ημέρα εκείνη ελαφροτέρα θέλει είσθαι η τιμωρία εις τα Σόδομα παρά εις την πόλιν εκείνην.

13Ουαί εις σε, Χοραζίν, ουαί εις σε, Βηθσαϊδά· διότι εάν εν τη Τύρω και Σιδώνι ήθελον γείνει τα θαύματα τα γενόμενα εν τω μέσω υμών, προ πολλού ήθελον μετανοήσει καθήμεναι εν σάκκω και σποδώ.

14Πλην εις την Τύρον και Σιδώνα ελαφροτέρα θέλει είσθαι η τιμωρία εν τη κρίσει παρά εις εσάς.

15Και συ, Καπερναούμ, ήτις υψώθης έως του ουρανού, θέλεις καταβιβασθή έως άδου.

16Όστις ακούει εσάς εμέ ακούει, και όστις αθετεί εσάς εμέ αθετεί, ο δε αθετών εμέ αθετεί τον αποστείλαντά με.

17Υπέστρεψαν δε οι εβδομήκοντα μετά χαράς, λέγοντες· Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσονται εις ημάς εν τω ονόματί σου.

18Είπε δε προς αυτούς· Εθεώρουν τον Σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα.

19Ιδού, δίδω εις εσάς την εξουσίαν του να πατήτε επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού, και ουδέν θέλει σας βλάψει.

20Πλην εις τούτο μη χαίρετε, ότι τα πνεύματα υποτάσσονται εις εσάς· αλλά χαίρετε μάλλον ότι τα ονόματά σας εγράφησαν εν τοις ουρανοίς.

21Εν αυτή τη ώρα ηγαλλιάσθη κατά το πνεύμα ο Ιησούς και είπεν· Ευχαριστώ σοι, Πάτερ, Κύριε του ουρανού και της γης, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών και απεκάλυψας αυτά εις νήπια· ναι, ω Πάτερ, διότι ούτως έγεινεν αρεστόν έμπροσθέν σου.

22Πάντα παρεδόθησαν εις εμέ υπό του Πατρός μου· και ουδείς γινώσκει τις είναι ο Υιός, ειμή ο Πατήρ, και τις είναι ο Πατήρ, ειμή ο Υιός και εις όντινα θέλη ο Υιός να αποκαλύψη αυτόν.

23Και στραφείς προς τους μαθητάς, είπε κατ' ιδίαν· Μακάριοι οι οφθαλμοί οι βλέποντες όσα βλέπετε.

24Διότι σας λέγω ότι πολλοί προφήται και βασιλείς επεθύμησαν να ίδωσιν όσα σεις βλέπετε, και δεν είδον, και να ακούσωσιν όσα ακούετε, και δεν ήκουσαν.

25Και ιδού, νομικός τις εσηκώθη πειράζων αυτόν και λέγων· Διδάσκαλε, τι πράξας θέλω κληρονομήσει ζωήν αιώνιον;

26Ο δε είπε προς αυτόν· Εν τω νόμω τι είναι γεγραμμένον; πως αναγινώσκεις;

27Ο δε αποκριθείς είπε· Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της δυνάμεώς σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν.

28Είπε δε προς αυτόν· Ορθώς απεκρίθης· τούτο κάμνε και θέλεις ζήσει.

29Αλλ' εκείνος, θέλων να δικαιώση εαυτόν, είπε προς τον Ιησούν· Και τις είναι ο πλησίον μου;

30Και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν· Άνθρωπος τις κατέβαινεν από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ και περιέπεσεν εις ληστάς· οίτινες και γυμνώσαντες αυτόν και καταπληγώσαντες, ανεχώρησαν αφήσαντες αυτόν ημιθανή.

31Κατά συγκυρίαν δε ιερεύς τις κατέβαινε δι' εκείνης της οδού, και ιδών αυτόν επέρασεν από το άλλο μέρος.

32Ομοίως δε και Λευΐτης, φθάσας εις τον τόπον, ελθών και ιδών επέρασεν από το άλλο μέρος.

33Σαμαρείτης δε τις οδοιπορών ήλθεν εις τον τόπον όπου ήτο, και ιδών αυτόν εσπλαγχνίσθη,

34και πλησιάσας έδεσε τας πληγάς αυτού επιχέων έλαιον και οίνον, και επιβιβάσας αυτόν επί το κτήνος αυτού, έφερεν αυτόν εις ξενοδοχείον και επεμελήθη αυτού·

35και την επαύριον, ότε εξήρχετο, εκβαλών δύο δηνάρια έδωκεν εις τον ξενοδόχον και είπε προς αυτόν· Επιμελήθητι αυτού, και ό,τι συ δαπανήσης περιπλέον, εγώ όταν επανέλθω θέλω σοι αποδώσει.

36Τις λοιπόν εκ των τριών τούτων σοι φαίνεται ότι έγεινε πλησίον του εμπεσόντος εις τους ληστάς;

37Ο δε είπεν· Ο ποιήσας το έλεος εις αυτόν· Είπε λοιπόν προς αυτόν ο Ιησούς· Ύπαγε και συ, κάμνε ομοίως.

38Ενώ δε απήρχοντο, αυτός εισήλθεν εις κώμην τινά· και γυνή τις ονομαζομένη Μάρθα υπεδέχθη αυτόν εις τον οίκον αυτής.

39Και αύτη είχεν αδελφήν καλουμένην Μαρίαν, ήτις και καθήσασα παρά τους πόδας του Ιησού, ήκουε τον λόγον αυτού.

40Η δε Μάρθα ενησχολείτο εις πολλήν υπηρεσίαν· και ελθούσα έμπροσθεν αυτού είπε· Κύριε, δεν σε μέλει ότι η αδελφή μου με αφήκε μόνην να υπηρετώ; είπε λοιπόν προς αυτήν να μοι βοηθήση.

41Αποκριθείς δε ο Ιησούς, είπε προς αυτήν· Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και αγωνίζεσαι περί πολλά·

42πλην ενός είναι χρεία· η Μαρία όμως εξέλεξε την αγαθήν μερίδα, ήτις δεν θέλει αφαιρεθή απ' αυτής.

Βάμβας 1850

Η εφαρμογή Mercy

Κάθε διδασκαλία, κάθε εδάφιο, δωρεάν.

Μία προσευχή κάθε πρωί, απλές διδασκαλίες για όσα είπε ο Ιησούς, και γείτονες που βοηθούν ο ένας τον άλλον. Χωρίς διαφημίσεις.

Πάρε ειδοποίηση την ημέρα που το Mercy θα είναι έτοιμο