Ο Ιησούς γιάτρεψε έναν άνθρωπο που δεν περπατούσε τριάντα οκτώ χρόνια, σε μια κολυμβήθρα στην Ιερουσαλήμ. Ήταν η μέρα της ανάπαυσης. Ο Ιησούς του είπε να σηκώσει το στρώμα του και να περπατήσει. Κάποιοι θρησκευτικοί άρχοντες είπαν ότι το να κουβαλάς ένα στρώμα ήταν δουλειά. Ο Ιησούς έσπασε τον κανόνα τους για τη μέρα της ανάπαυσης δημόσια, επίτηδες, για να δείξει έλεος.
Η κολυμβήθρα της Βηθεσδά
Η ιστορία βρίσκεται στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, στο κεφάλαιο 5. Στην Ιερουσαλήμ, κοντά στην Προβατική πύλη, υπήρχε μια κολυμβήθρα που λεγόταν Βηθεσδά, με πέντε σκεπαστές στοές. Εκεί ήταν ξαπλωμένοι πολλοί άρρωστοι: τυφλοί, άνθρωποι που δεν μπορούσαν να περπατήσουν, άνθρωποι που έλιωναν.
Ένας άνθρωπος ήταν άρρωστος τριάντα οκτώ χρόνια. Ο Ιησούς τον ρώτησε αν ήθελε να γίνει καλά. Ο άνθρωπος είπε ότι δεν είχε κανέναν να τον βοηθήσει να μπει στο νερό. Κάθε φορά που προσπαθούσε, κάποιος άλλος έφτανε πρώτος.
Ο Ιησούς του είπε: «Εγέρθητι, σήκωσον τον κράββατόν σου και περιπάτει». Αμέσως ο άνθρωπος έγινε καλά. Τύλιξε το στρώμα του και περπάτησε.
Εκείνη η μέρα ήταν η μέρα της ανάπαυσης, το Σάββατο.
Τι είπαν οι άρχοντες
Κάποιοι από τους θρησκευτικούς άρχοντες τον είδαν να κουβαλάει το στρώμα. Γι' αυτούς, το να κουβαλάς φορτίο λογαριαζόταν δουλειά.
Έλεγον λοιπόν οι Ιουδαίοι προς τον τεθεραπευμένον· Σάββατον είναι· Δεν σοι είναι συγκεχωρημένον να σηκώσης τον κράββατον.
Ιωάννης 5:10 · Βάμβας 1850
Ένας άνθρωπος που δεν είχε περπατήσει τριάντα οκτώ χρόνια περνούσε περπατώντας μπροστά τους. Το μόνο που είδαν ήταν το στρώμα. Ο άνθρωπος τους είπε ότι αυτός που τον γιάτρεψε του είπε να το κουβαλήσει. Τότε στράφηκαν εναντίον του Ιησού.
Ο Ιησούς τους απάντησε: «Ο Πατήρ μου εργάζεται έως τώρα, και εγώ εργάζομαι». Από τότε έψαχναν τρόπο να τον σκοτώσουν.
Τι σημαίνει
Ο νόμος της μέρας της ανάπαυσης είναι γραμμένος στα βιβλία του Μωυσή. Ο Ιησούς τον έσπασε μπροστά σε όλους, επίτηδες. Μπορούσε να περιμένει μία μέρα ακόμα. Δεν γιάτρεψε απλώς τον άνθρωπο. Του είπε να σηκώσει το στρώμα του και να το κουβαλήσει. Η επιλογή εκείνης της μέρας ήταν το νόημα.
Το έκανε από έλεος, για να δείξει ότι αυτός ο κανόνας δεν ερχόταν από τον Θεό, και για να ελευθερώσει τους ανθρώπους από τον φόβο να τον παραβούν.
Αν έζησες φοβισμένος μήπως παραβείς έναν θρησκευτικό κανόνα, ο Ιησούς έσπασε αυτόν φωναχτά, για σένα.
Μπορείς να διαβάσεις ολόκληρη τη διδασκαλία δωρεάν στην εφαρμογή Mercy.
Διάβασε όλο το κεφάλαιο: Ιωάννης 5
1Μετά ταύτα ήτο εορτήν των Ιουδαίων, και ανέβη ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα.
2Είναι δε εν τοις Ιεροσολύμοις πλησίον της προβατικής πύλης κολυμβήθρα, η επονομαζομένη Εβραϊστί Βηθεσδά, έχουσα πέντε στοάς.
3Εν ταύταις κατέκειτο πλήθος πολύ των ασθενούντων, τυφλών, χωλών, ξηρών, οίτινες περιέμενον την κίνησιν του ύδατος.
4Διότι άγγελος κατέβαινε κατά καιρόν εις την κολυμβήθραν και ετάραττε το ύδωρ· όστις λοιπόν εισήρχετο πρώτος μετά την ταραχήν του ύδατος, εγίνετο υγιής από οποιανδήποτε νόσον έπασχεν.
5Ήτο δε εκεί άνθρωπός τις τριάκοντα οκτώ έτη πάσχων ασθένειαν.
6Τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον, και εξεύρων ότι πολύν ήδη καιρόν πάσχει, λέγει προς αυτόν· Θέλεις να γείνης υγιής;
7Απεκρίθη προς αυτόν ο ασθενών· Κύριε, άνθρωπον δεν έχω, διά να με βάλη εις την κολυμβήθραν, όταν ταραχθή το ύδωρ· ενώ δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού καταβαίνει.
8Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Εγέρθητι, σήκωσον τον κράββατόν σου και περιπάτει.
9Και ευθύς έγεινεν ο άνθρωπος υγιής και εσήκωσε τον κράββατον αυτού, και περιεπάτει. Ήτο δε σάββατον εκείνην την ημέραν.
10Έλεγον λοιπόν οι Ιουδαίοι προς τον τεθεραπευμένον· Σάββατον είναι· Δεν σοι είναι συγκεχωρημένον να σηκώσης τον κράββατον.
11Απεκρίθη προς αυτούς· Ο ιατρεύσας με, εκείνος μοι είπε· Σήκωσον τον κράββατόν σου, και περιπάτει.
12Ηρώτησαν λοιπόν αυτόν· Τις είναι ο άνθρωπος, όστις σοι είπε, Σήκωσον τον κράββατόν σου και περιπάτει;
13Ο δε ιατρευθείς δεν ήξευρε τις είναι· διότι ο Ιησούς υπεξήλθεν, επειδή ήτο όχλος πολύς εν τω τόπω.
14Μετά ταύτα ευρίσκει αυτόν ο Ιησούς εν τω ιερώ και είπε προς αυτόν· Ιδού, έγεινες υγιής· μηκέτι αμάρτανε, διά να μη σοι γείνη τι χειρότερον.
15Υπήγε λοιπόν ο άνθρωπος και ανήγγειλε προς τους Ιουδαίους ότι ο Ιησούς είναι ο ιατρεύσας αυτόν.
16Και διά τούτο κατέτρεχον τον Ιησούν οι Ιουδαίοι και εζήτουν να θανατώσωσιν αυτόν, διότι έκαμνε ταύτα εν σαββάτω.
17Ο δε Ιησούς απεκρίθη προς αυτούς· Ο Πατήρ μου εργάζεται έως τώρα, και εγώ εργάζομαι.
18Διά τούτο λοιπόν μάλλον εζήτουν οι Ιουδαίοι να θανατώσωσιν αυτόν, διότι ουχί μόνον παρέβαινε το σάββατον, αλλά και Πατέρα εαυτού έλεγε τον Θεόν, ίσον με τον Θεόν κάμνων εαυτόν.
19Απεκρίθη λοιπόν ο Ιησούς και είπε προς αυτούς· Αληθώς, αληθώς σας λέγω, δεν δύναται ο Υιός να πράττη ουδέν αφ' εαυτού, εάν δεν βλέπη τον Πατέρα πράττοντα τούτο· επειδή όσα εκείνος πράττει, ταύτα και ο Υιός πράττει ομοίως.
20Διότι ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν και δεικνύει εις αυτόν πάντα όσα αυτός πράττει, και μεγαλήτερα τούτων έργα θέλει δείξει εις αυτόν, διά να θαυμάζητε σεις.
21Επειδή καθώς ο Πατήρ εγείρει τους νεκρούς και ζωοποιεί, ούτω και ο Υιός ούστινας θέλει ζωοποιεί.
22Επειδή ουδέ κρίνει ο Πατήρ ουδένα, αλλ' εις τον Υιόν έδωκε πάσαν την κρίσιν,
23διά να τιμώσι πάντες τον Υιόν καθώς τιμώσι τον Πατέρα. Ο μη τιμών τον Υιόν δεν τιμά τον Πατέρα τον πέμψαντα αυτόν.
24Αληθώς, αληθώς σας λέγω ότι ο ακούων τον λόγον μου και πιστεύων εις τον πέμψαντά με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν δεν έρχεται, αλλά μετέβη εκ του θανάτου εις την ζωήν.
25Αληθώς, αληθώς σας λέγω ότι έρχεται ώρα, και ήδη είναι, ότε οι νεκροί θέλουσιν ακούσει την φωνήν του Υιού του Θεού, και οι ακούσαντες θέλουσι ζήσει.
26Διότι καθώς ο Πατήρ έχει ζωήν εν εαυτώ, ούτως έδωκε και εις τον Υιόν να έχη ζωήν εν εαυτώ·
27και εξουσίαν έδωκεν εις αυτόν να κάμνη και κρίσιν, διότι είναι Υιός ανθρώπου.
28Μη θαυμάζετε τούτο· διότι έρχεται ώρα, καθ' ην πάντες οι εν τοις μνημείοις θέλουσιν ακούσει την φωνήν αυτού,
29και θέλουσιν εξέλθει οι πράξαντες τα αγαθά εις ανάστασιν ζωής, οι δε πράξαντες τα φαύλα εις ανάστασιν κρίσεως.
30Δεν δύναμαι εγώ να κάμνω απ' εμαυτού ουδέν. Καθώς ακούω κρίνω, και η κρίσις η εμή δικαία είναι· διότι δεν ζητώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός.
31Εάν εγώ μαρτυρώ περί εμαυτού, η μαρτυρία μου δεν είναι αληθής.
32Άλλος είναι ο μαρτυρών περί εμού, και εξεύρω ότι είναι αληθής η μαρτυρία, την οποίαν μαρτυρεί περί εμού.
33Σεις απεστείλατε προς τον Ιωάννην, και εμαρτύρησεν εις την αλήθειαν·
34εγώ δε παρά ανθρώπου δεν λαμβάνω την μαρτυρίαν, αλλά λέγω ταύτα διά να σωθήτε σεις.
35Εκείνος ήτο ο λύχνος ο καιόμενος και φέγγων, και σεις ηθελήσατε να αγαλλιασθήτε προς ώραν εις το φως αυτού.
36Αλλ' εγώ έχω την μαρτυρίαν μεγαλητέραν της του Ιωάννου· διότι τα έργα, τα οποία μοι έδωκεν ο Πατήρ διά να τελειώσω αυτά, αυτά τα έργα, τα οποία εγώ πράττω, μαρτυρούσι περί εμού ότι ο Πατήρ με απέστειλε·
37και ο πέμψας με Πατήρ, αυτός εμαρτύρησε περί εμού. Ούτε φωνήν αυτού ηκούσατε πώποτε ούτε όψιν αυτού είδετε.
38Και τον λόγον αυτού δεν έχετε μένοντα εν εαυτοίς, διότι σεις δεν πιστεύετε εις τούτον, τον οποίον εκείνος απέστειλεν.
39Ερευνάτε τας γραφάς, διότι σεις νομίζετε ότι εν αυταίς έχετε ζωήν αιώνιον· και εκείναι είναι αι μαρτυρούσαι περί εμού·
40πλην δεν θέλετε να έλθητε προς εμέ, διά να έχητε ζωήν.
41Δόξαν παρά ανθρώπων δεν λαμβάνω·
42αλλά σας εγνώρισα ότι την αγάπην του Θεού δεν έχετε εν εαυτοίς·
43εγώ ήλθον εν τω ονόματι του Πατρός μου, και δεν με δέχεσθε· εάν άλλος έλθη εν τω ονόματι εαυτού, εκείνον θέλετε δεχθή.
44Πως δύνασθε σεις να πιστεύσητε, οίτινες λαμβάνετε δόξαν ο εις παρά του άλλου, και δεν ζητείτε την δόξαν την παρά του μόνου Θεού;
45Μη νομίζετε ότι εγώ θέλω σας κατηγορήσει προς τον Πατέρα· υπάρχει ο κατήγορός σας ο Μωϋσής, εις τον οποίον σεις ηλπίσατε.
46Διότι εάν επιστεύετε εις τον Μωϋσήν, ηθέλετε πιστεύσει εις εμέ· επειδή περί εμού εκείνος έγραψεν.
47Εάν δε εις τα γεγραμμένα εκείνου δεν πιστεύητε, πως θέλετε πιστεύσει εις τους ιδικούς μου λόγους;
Βάμβας 1850